κάλυμμα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο που τοποθετείται πάνω ή γύρω από κάτι ώστε να το σκεπάζει, να το προστατεύει ή να το κλείνει, χρησιμοποιούμενο σε βιβλία, δοχεία, έπιπλα κ.ά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κάλυμμα του βιβλίου ήταν σκισμένο και χρειάστηκε αντικατάσταση.
- Έβαλα ένα σιλικονούχο κάλυμμα στο κινητό για να προστατεύσω την οθόνη.
- Το ασφαλιστήριο παρέχει κάλυμμα για ζημιές στο σπίτι από φυσικές καταστροφές.
- Ένα παχύ κάλυμμα από σύννεφα σκέπασε τον ουρανό και έφερε βροχή.
- Η νοσοκόμα άλλαξε το κάλυμμα της πληγής και το περιέδεσε σωστά.