κακοήθεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή πράξη ανθρώπου που χαρακτηρίζεται από μοχθηρία, ανεντιμότητα, δολιότητα και πρόθεση να βλάψει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
καλοήθεια καλοσύνη αγαθότητα εντιμότητα ευγένεια αγνότητα ηθικότητα ειλικρίνεια μεγαλοψυχία αθωότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα σχόλια που έκανε για την προσωπική της ζωή ξεχείλιζαν από κακοήθεια.
- Οι ιστολογικές εξετάσεις επιβεβαίωσαν, δυστυχώς, την ύπαρξη κακοήθειας στον πνεύμονα.
- Χρειάζεται μεγάλη κακοήθεια για να διαδώσει κανείς τέτοια ψέματα για έναν συνάδελφο.
- Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστικός παράγοντας για την αντιμετώπιση κάθε κακοήθειας.