καλοπέραση

ουσιαστικό

1. Άνετη, ευχάριστη και ξέγνοιαστη ζωή, γεμάτη ανέσεις και απολαύσεις, χωρίς προβλήματα ή στερήσεις.

2. Περίοδος ή κατάσταση διασκέδασης, ξεφαντώματος και αναψυχής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εκείνος νοιαζόταν μονάχα για την καλοπέρασή του και αδιαφορούσε για τις δυσκολίες της οικογένειας.
  • Πέρασαν όλο το καλοκαίρι στα νησιά μέσα στην καλοπέραση και τη χλιδή.
  • Μετά από τόσους μήνες εξαντλητικής δουλειάς, δικαιούμαστε κι εμείς λίγη καλοπέραση.
  • Η συνεχής καλοπέραση τον έκανε να ξεχάσει από πού ξεκίνησε και πόσο μόχθησε για να πετύχει.