καμπύλη

ουσιαστικό

1. Συνεχής γραμμή της οποίας τα σημεία αλλάζουν σταδιακά κατεύθυνση, χωρίς να σχηματίζουν ευθεία ή απότομες γωνίες.

2. Γραφική παράσταση μαθηματικής συνάρτησης, στατιστικών στοιχείων ή φυσικών φαινομένων σε σύστημα αξόνων.

Συνώνυμα

καμπύλωση κούρμπα κύρτωμα κυρτότητα κάμψη λύγισμα τόξο στροφή στρογγυλάδα διάγραμμα γύρισμα ελιγμός αψίδα μαίανδρος

Αντώνυμα

ευθεία τεθλασμένη ισιάδα γωνία ισιότητα επιπεδότητα ακμή ακαμψία

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη γεωμετρία, ο κύκλος θεωρείται μία κλειστή επίπεδη καμπύλη.
  • Η καμπύλη του δρόμου ήταν τόσο κλειστή που ο οδηγός αναγκάστηκε να επιβραδύνει απότομα.
  • Τα νέα οικονομικά μέτρα βοήθησαν ώστε να αντιστραφεί η πτωτική καμπύλη των πωλήσεων.
  • Το εφαρμοστό φόρεμα αναδείκνυε ιδανικά τις θηλυκές καμπύλες της.