καταγωγή
ουσιαστικό1. Ο τόπος ή η γεωγραφική περιοχή από όπου προέρχεται κάποιος.
2. Η οικογενειακή, φυλετική ή κοινωνική σειρά προγόνων και το γενεαλογικό δέντρο.
3. Η απαρχή, η γένεση ή η αφετηρία της δημιουργίας και εξέλιξης ενός όντος, πράγματος ή φαινομένου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρόλο που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο εξωτερικό, διατηρεί άρρηκτους δεσμούς με τον τόπο της καταγωγής του.
- Το μνημειώδες έργο του Κάρολου Δαρβίνου για την καταγωγή των ειδών άλλαξε ριζικά τη βιολογία.
- Δεν έκρυψε ποτέ την ταπεινή λαϊκή του καταγωγή, αντίθετα δήλωνε υπερήφανος για αυτήν.
- Οι γλωσσολόγοι ερευνούν ακόμα τη σκοτεινή καταγωγή ορισμένων ιδιωματικών λέξεων.