κατεδάφιση
ουσιαστικό1. Το γκρέμισμα και η ισοπέδωση κτίσματος ή άλλης κατασκευής μέχρι τα θεμέλια.
2. (Μεταφορικά) Η ριζική αποδόμηση, ανατροπή ή διάλυση θεωρίας, θεσμού, κύρους ή σχεδίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανέγερση οικοδόμηση κτίσιμο χτίσιμο δόμηση κατασκευή ανοικοδόμηση θεμελίωση αναστήλωση δημιουργία στέριωμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατεδάφιση του παλιού εργοστασίου προκάλεσε έντονο νέφος σκόνης σε όλη τη γειτονιά.
- Μετά τον μεγάλο σεισμό, η πολεοδομία διέταξε την άμεση κατεδάφιση των επικίνδυνων κτισμάτων.
- Η έρευνα του δημοσιογράφου οδήγησε στην πλήρη κατεδάφιση του αφηγήματος που προωθούσε η εταιρεία.
- Οι εργασίες κατεδάφισης του αυθαιρέτου ολοκληρώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες υπό την επίβλεψη των αρχών.