κεντρικός
επίθετο1. Που βρίσκεται στο κέντρο ή κοντά στο κέντρο ενός χώρου, αντικειμένου ή συστήματος.
2. Που επηρεάζει ή καθορίζει την οργάνωση, τη λειτουργία ή τη λήψη αποφάσεων σε ένα σύνολο.
Συνώνυμα
βασικός κύριος κυριότερος πρωτεύων πρωταρχικός κομβικός εστιακός θεμελιώδης καθοριστικός μέσος σημαντικός κρίσιμος καίριος προεξέχων μεσαίος πρωταγωνιστικός ουσιαστικός κορυφαίος προεξάρχων κρατικός ουσιώδης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κεντρικός σταθμός βρίσκεται δίπλα στην πλατεία.
- Το κεντρικό πρόβλημα της συνάντησης ήταν ο προϋπολογισμός.
- Ο πρωταγωνιστής διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ταινία.
- Η κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε μείωση των επιτοκίων.
- Το κεντρικό σύστημα θέρμανσης χρειάζεται επισκευή.