κληρικός
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που ανήκει στην τάξη του κλήρου και έχει χειροτονηθεί για την τέλεση θρησκευτικών μυστηρίων και ιεροπραξιών· ιερωμένος.
2. Αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στον κλήρο, στην εκκλησία ή στην ιερατική ιδιότητα· ιερατικός, εκκλησιαστικός.
Συνώνυμα
ιερωμένος ρασοφόρος ιερατικός εκκλησιαστικός ιερέας παπάς ποιμένας ιεράρχης εφημέριος πρεσβύτερος διάκονος ιερομόναχος λειτουργός μοναχός παπαδίστικος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην τελετή παρέστησαν πολιτικές αρχές καθώς και ανώτεροι κληρικοί της περιοχής.
- Από νεαρή ηλικία ένιωσε την κλίση να ακολουθήσει τον κληρικό βίο.
- Ο σεβάσμιος κληρικός αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ανακούφιση των φτωχών.
- Στη συνέλευση συμμετείχαν ισότιμα τόσο κληρικοί όσο και λαϊκοί εκπρόσωποι της ενορίας.