κοκαλιάρης
επίθετο1. Υπερβολικά αδύνατος, ισχνός ή λιπόσαρκος, στον οποίο διαγράφονται έντονα τα οστά κάτω από το δέρμα.
2. Που έχει πολλά κόκαλα, συνήθως για ψάρι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν τόσο κοκαλιάρης που διαγράφονταν καθαρά τα πλευρά του κάτω από τη μπλούζα.
- Μην πάρεις αυτό το ψάρι για τη σούπα, είναι πολύ κοκαλιάρικο και θα παιδευτείς.
- Όλοι ανησύχησαν όταν είδαν πόσο κοκαλιάρα είχε γίνει μετά την περιπέτεια της υγείας της.
- Το αδέσποτο γατάκι ήταν τόσο κοκαλιάρικο που φαινόταν να μην είχε φάει για μέρες.