λέμβος
ουσιαστικό1. Μικρό πλωτό σκάφος, συνήθως ανοιχτό και χωρίς κατάστρωμα, το οποίο κινείται με κουπιά, ιστία ή μικρή μηχανή.
2. Βοηθητικό ή σωστικό πλοιάριο που μεταφέρεται σε μεγαλύτερο πλοίο για ανάγκες διάσωσης, αποβίβασης ή συγκοινωνίας με την ακτή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ναυαγοί επιβιβάστηκαν εγκαίρως στη σωσίβια λέμβο πριν βυθιστεί το καράβι.
- Μια μικρή ξύλινη λέμβος ήταν δεμένη στην άκρη της αποβάθρας.
- Το πλήρωμα πραγματοποίησε άσκηση καθέλκυσης των λέμβων του πλοίου.
- Οι λιμενικοί εντόπισαν τη φουσκωτή λέμβο να πλέει ακυβέρνητη στα ανοιχτά του νησιού.