λεπτά
ουσιαστικό1. Μονάδες μέτρησης χρόνου ίσες με εξήντα δευτερόλεπτα ή σύντομα χρονικά διαστήματα.
2. Υποδιαιρέσεις νομισματικών μονάδων (όπως του ευρώ ή παλαιότερα της δραχμής).
3. Χρηματικά ποσά, οικονομικοί πόροι ή περιουσία (ταυτόσημο με τα λεφτά).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χρειάζομαι μόλις πέντε λεπτά για να ετοιμαστώ και να φύγουμε.
- Ένα ευρώ διαιρείται σε εκατό λεπτά.
- Δεν του περίσσεψαν καθόλου λεπτά στην άκρη αυτόν τον μήνα.
- Κάθισε λίγα λεπτά μαζί μας να πιεις έναν καφέ.