ληθαργία
ουσιαστικό1. Παθολογική κατάσταση βαθύτατου και παρατεταμένου ύπνου ή νάρκης, που χαρακτηρίζεται από έντονη πτώση των αισθήσεων και επιβράδυνση των ζωτικών λειτουργιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη βαριά λοίμωξη, ο ασθενής έπεσε σε βαθιά ληθαργία και δεν ανταποκρινόταν στα ερεθίσματα.
- Η οικονομία του τόπου βρίσκεται επί μήνες σε μια ανησυχητική ληθαργία.
- Η αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού προκάλεσε μια γενική ληθαργία στους κατοίκους του χωριού.
- Χρειάζεται ένα ισχυρό κίνητρο για να αποτινάξει η ομάδα τη ληθαργία της και να αναλάβει δράση.