μαγεύομαι
ρήμα1. Δέχομαι μάγια, περιέρχομαι υπό την επήρεια μαγικών δυνάμεων ή ξορκιών.
2. Γοητεύομαι σε εξαιρετικό βαθμό, συναρπάζομαι ή σαγηνεύομαι από κάτι ιδιαίτερα όμορφο, αρμονικό ή εντυπωσιακό.
Συνώνυμα
γοητεύομαι σαγηνεύομαι θαμπώνομαι συναρπάζομαι πλανεύομαι αιχμαλωτίζομαι ξελογιάζομαι ξεμυαλίζομαι εκστασιάζομαι καθηλώνομαι εντυπωσιάζομαι παρασύρομαι μεθώ τρελαίνομαι αποβλακώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που ακούω αυτή τη μελωδία, μαγεύομαι από την απίστευτη αρμονία της.
- Οι περιηγητές μαγεύτηκαν από την άγρια ομορφιά του φαραγγιού και έμειναν άφωνοι.
- Στο παραμύθι, ο νεαρός πρίγκιπας μαγεύεται από το ξόρκι της κακιάς μάγισσας.
- Είναι αδύνατον να μη μαγευτείς από τη λάμψη των ματιών της και τον τρόπο που μιλάει.