μαμούθ

ουσιαστικό

1. Αφανισμένο μεγαλόσωμο προβοσκιδωτό θηλαστικό της εποχής των παγετώνων, με πυκνό τρίχωμα και μακριούς καμπυλωτούς χαυλιόδοντες.

Συνώνυμα

μεγαθήριο κολοσσός γίγαντας τιτάνας γιγάντιος κολοσσιαίος τεράστιος πελώριος υπερμεγέθης θηρίο τέρας δεινόσαυρος θεόρατος υπέρογκος προβοσκιδωτό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι επιστήμονες εντόπισαν καλοδιατηρημένο σκελετό ενός μαμούθ μέσα στους πάγους της Σιβηρίας.
  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα-μαμούθ για την ανασυγκρότηση των υποδομών της χώρας.
  • Πρόκειται για μία δίκη-μαμούθ με εκατοντάδες μάρτυρες και χιλιάδες σελίδες δικογραφίας.
  • Το οικονομικό σκάνδαλο-μαμούθ οδήγησε σε παραίτηση ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας.