μείον

επίρρημα

1. Μαθηματικός όρος που δηλώνει την πράξη της αφαίρεσης ή αρνητικό πρόσημο και μέγεθος.

2. Λιγότερο από, χωρίς, εκτός από.

3. Αρνητικό στοιχείο, μειονέκτημα ή ελάττωμα.

4. Οικονομικό έλλειμμα, ζημία ή αρνητικό υπόλοιπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δέκα μείον τέσσερα ισούται με έξι.
  • Η θερμοκρασία στην κορυφή του βουνού έπεσε στους μείον πέντε βαθμούς.
  • Το βασικό μείον αυτής της πρότασης είναι το υψηλό της κόστος.
  • Ο τραπεζικός του λογαριασμός έκλεισε τον μήνα στο μείον.