μικροπρεπής

επίθετο

1. Αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ψυχικού μεγαλείου, ευγένειας ή γενναιοδωρίας και ασχολείται επίμονα με ασήμαντα, μηδαμινά πράγματα· μικρόψυχος, στενόκαρδος.

Συνώνυμα

μικρόψυχος στενόκαρδος ποταπός χαμερπής μικρολόγος ευτελής μίζερος στενόμυαλος τιποτένιος φτηνός ανελεύθερος κακόψυχος κομπλεξικός τσιγκούνης λασπιάρης λεπτολόγος κακοήθης

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν περίμενα τόσο μικροπρεπή συμπεριφορά από έναν άνθρωπο με τη δική του παιδεία και θέση.
  • Ήταν πάντα μικροπρεπής στις συνεργασίες του, τσακωνόταν διαρκώς για ανούσιες λεπτομέρειες.
  • Θεωρώ εξαιρετικά μικροπρεπές να του κρατάς κακία για ένα ασήμαντο λάθος που συνέβη πριν από χρόνια.
  • Οι μικροπρεπείς αντιδικίες μεταξύ των στελεχών οδήγησαν τελικά στη διάλυση της ομάδας.