μικρούλι
επίθετο1. Πολύ μικρό σε μέγεθος, διαστάσεις ή έκταση, συνήθως με έκφραση τρυφερότητας ή συμπάθειας.
2. Πολύ νεαρό σε ηλικία, μικρό παιδί ή νεογνό ζώου.
Συνώνυμα
μικρούτσικο μικροσκοπικό μικρό λιλιπούτειο μικροκαμωμένο μικρόσωμο μινιόν απειροελάχιστο νανώδες ασήμαντο μηδαμινό μωράκι κουτσούνι σποράκι
Αντώνυμα
μεγάλο τεράστιο πελώριο θεόρατο γιγάντιο κολοσσιαίο υπερμέγεθες ογκώδες τρανό
Παραδείγματα χρήσης
- Βρήκαμε ένα μικρούλι γατάκι παρατημένο στην αυλή.
- Το δωμάτιο της σοφίτας ήταν μικρούλι, αλλά πολύ ζεστό και φωτεινό.
- Έλα εδώ, μικρούλι μου, μην κλαις άλλο.
- Χρειάζομαι ένα μικρούλι κουτάκι για να φυλάξω αυτό το δαχτυλίδι.