μονομέρεια
ουσιαστικό1. Εξέταση, αντιμετώπιση ή παρουσίαση ενός θέματος αποκλειστικά από μία πλευρά, με παράβλεψη των υπολοίπων.
2. Έλλειψη αντικειμενικότητας, τάση για προκατειλημμένη κρίση ή μεροληψία.
Συνώνυμα
μονοπλευρικότητα μεροληψία μεροληπτικότητα υποκειμενικότητα υποκειμενισμός προκατάληψη στενότητα στενοκεφαλιά δογματισμός αδιαλλαξία φανατισμός τυφλότητα
Αντώνυμα
πολυμέρεια πολυπλευρικότητα αντικειμενικότητα αμεροληψία σφαιρικότητα ευρύτητα ουδετερότητα ολιστικότητα πλουραλισμός καθολικότητα ισορροπία
Παραδείγματα χρήσης
- Η μονομέρεια των μέσων ενημέρωσης στην κάλυψη των γεγονότων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Κατηγορήθηκε για μονομέρεια στην κρίση του, καθώς αρνήθηκε πεισματικά να ακούσει την αντίθετη άποψη.
- Το σχολείο οφείλει να καταπολεμά την πνευματική μονομέρεια και να καλλιεργεί την ολόπλευρη μόρφωση.
- Η απόφαση ελήφθη με προφανή μονομέρεια, χωρίς να συνυπολογιστούν οι κοινωνικές επιπτώσεις.