μούρλια
ουσιαστικό1. Κατάσταση τρέλας, παλαβομάρας ή έντονης ψυχικής έξαψης.
2. Μεγάλο πάθος, μανία ή σφοδρή επιθυμία για κάτι.
3. (ως άκλιτο κατηγορούμενο) Κάτι εξαιρετικό, θαυμάσιο, απολαυστικό ή πεντανόστιμο.
Συνώνυμα
τρέλα παλαβομάρα λόξα παραφροσύνη μανία υπέροχο καταπληκτικό φανταστικό τέλειο λουκούμι θαύμα σαλτάρισμα πάθος όνειρο ποίημα μπόμπα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δοκίμασε αυτό το γλυκό, έγινε σκέτη μούρλια!
- Τον έπιασε ξαφνικά μια μούρλια και άρχισε να τρέχει μες στη βροχή.
- Έχει μια μούρλια με τα παλιά βινύλια και γυρίζει όλη την πόλη για να τα βρει.
- Το καινούργιο σου κούρεμα είναι απλώς μούρλια.