μπάρα
ουσιαστικό1. Μακρόστενη ράβδος (μεταλλική ή ξύλινη) που τοποθετείται ως κινητό εμπόδιο για τον έλεγχο της κυκλοφορίας σε διόδια, φυλάκια ή σιδηροδρομικές διαβάσεις.
2. Σύρτης ή οριζόντια ράβδος που χρησιμοποιείται για την ασφάλιση θυρών ή παραθύρων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατέβηκε η μπάρα στη σιδηροδρομική διάβαση και τα αυτοκίνητα σταμάτησαν.
- Έβαλε μια γερή σιδερένια μπάρα πίσω από την πόρτα για να την ασφαλίσει.
- Σήκωσε την μπάρα με τα εκατό κιλά και κατάφερε να κάνει πέντε επαναλήψεις.
- Καθίσαμε στην μπάρα του μπαρ για να πιούμε ένα γρήγορο ποτό.
- Έφαγε μια μπάρα δημητριακών για δεκατιανό πριν από την προπόνηση.