μπουρδέλο
ουσιαστικό1. Χώρος όπου ασκείται επαγγελματικά η πορνεία.
2. Κατάσταση πλήρους αταξίας, ανοργανωσιάς, σύγχυσης ή ασυδοσίας.
3. Χώρος εξαιρετικά ακατάστατος, βρόμικος ή παραμελημένος.
Συνώνυμα
πορνείο μπορντέλο πουτανάδικο μπάχαλο χαμαιτυπείο αχούρι αλαλούμ κομφούζιο χάος ανακατωσούρα αταξία μαντάρα ανοργανωσιά πανδαιμόνιο σταύλος βούρκος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δωμάτιό σου έχει γίνει μπουρδέλο, μάζεψε τα ρούχα σου αμέσως.
- Επικρατούσε τέτοιο μπουρδέλο στην υπηρεσία που κανένας υπάλληλος δεν ήξερε τι να κάνει.
- Στα παλιά στενά του λιμανιού λειτουργούσε κάποτε ένα κακόφημο μπουρδέλο.
- Έκαναν τη δημόσια διοίκηση μπουρδέλο με τις συνεχείς και αντικρουόμενες αποφάσεις τους.