ξήλωμα
ουσιαστικό1. Λύσιμο ή καταστροφή των ραφών ενός υφάσματος ή των θηλιών ενός πλεκτού.
2. Αποκόλληση, αφαίρεση ή αποσυναρμολόγηση στερεωμένης κατασκευής, εξαρτήματος ή υλικού επένδυσης.
Συνώνυμα
αποξήλωση απορραφή αποσυναρμολόγηση ξεκόλλημα αποκόλληση διάλυση λύσιμο ξεμοντάρισμα καθαίρεση αποπομπή εξάρθρωση εκπαραθύρωση αφαίρεση γκρέμισμα κατεδάφιση απόσπαση απομάκρυνση απόλυση παύση εκδίωξη
Αντώνυμα
ράψιμο συρραφή τοποθέτηση συναρμολόγηση εγκατάσταση μοντάρισμα στερέωση κόλλημα γάζωμα πλέξιμο στήσιμο μπάλωμα διορισμός συγκρότηση σύσταση
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλτό χρειαζόταν στένεμα και η μοδίστρα ξεκίνησε αμέσως το ξήλωμα της φόδρας.
- Οι εργάτες άρχισαν το ξήλωμα του παλιού παρκέ για να μπουν καινούργια πλακάκια.
- Η αλλαγή της κυβέρνησης έφερε εκτεταμένο ξήλωμα των διοικητών στα δημόσια νοσοκομεία.
- Η επιχείρηση των αρχών οδήγησε στο οριστικό ξήλωμα του κυκλώματος λαθρεμπορίου.