ξαφνιασμένος
επίθετοΑυτός που νιώθει έκπληξη ή αιφνιδιασμό από κάτι απροσδόκητο, απρόβλεπτο ή ξαφνικό.
Συνώνυμα
έκπληκτος αιφνιδιασμένος κατάπληκτος σαστισμένος αποσβολωμένος εμβρόντητος άναυδος απορημένος κεραυνοβολημένος ενεός κουφαμένος ταραγμένος παγωμένος τρομαγμένος αλαλιασμένος σκιαγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινε ξαφνιασμένος μόλις αντίκρισε τους παλιούς του συμμαθητές στο πάρτι-έκπληξη.
- Κοίταξε γύρω της με ξαφνιασμένο βλέμμα, μη μπορώντας να πιστέψει όσα άκουγε.
- Ο καθηγητής φάνηκε ξαφνιασμένος από την απρόσμενη ερώτηση του μαθητή.
- Οι ξαφνιασμένοι περαστικοί παρακολουθούσαν με περιέργεια το ασυνήθιστο περιστατικό.