ξεγελάω
ρήμα1. Παραπλανώ κάποιον με δόλο, ψέματα ή τεχνάσματα, οδηγώντας τον σε εσφαλμένη εντύπωση ή απόφαση.
2. Μετριάζω ή καταπραΰνω προσωρινά μια σωματική ανάγκη ή ενόχληση (όπως πείνα ή δίψα).
Συνώνυμα
εξαπατώ παραπλανώ απατώ κοροϊδεύω φενακίζω παραμυθιάζω τουμπάρω δουλεύω μπαλαμουτιάζω πλανώ αποκοιμίζω παρασύρω κατευνάζω μετριάζω διασκεδάζω απασχολώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε να με ξεγελάσει με ψεύτικες υποσχέσεις για γρήγορο κέρδος.
- Έφαγε μερικά αμύγδαλα για να ξεγελάσει την πείνα του μέχρι το μεσημεριανό.
- Μην ξεγελιέσαι από τους καλούς του τρόπους, κρύβει άλλα πράγματα στο μυαλό του.
- Του έδωσαν ένα παιχνίδι για να τον ξεγελάσουν και να σταματήσει το κλάμα.