ξεγελιέμαι
ρήμα1. Πέφτω θύμα εξαπάτησης, δόλου ή πλάνης από κάποιον άλλον.
2. Σχηματίζω εσφαλμένη γνώμη, κρίση ή εντύπωση· κάνω λάθος.
3. Βρίσκω πρόσκαιρη ανακούφιση, απασχόληση ή παρηγοριά, αποσπώντας την προσοχή μου από κάτι δυσάρεστο ή επίμονο.
Συνώνυμα
εξαπατώμαι απατώμαι παραπλανιέμαι κοροϊδεύομαι πλανώμαι παραμυθιάζομαι αυταπατώμαι παγιδεύομαι εμπαίζομαι πιάνομαι ξεχνιέμαι σφάλλω λαθεύω παρηγοριέμαι διασκεδάζομαι
Αντώνυμα
αντιλαμβάνομαι υποψιάζομαι ψυλλιάζομαι διαβλέπω συνειδητοποιώ προφυλάσσομαι αφυπνίζομαι ξεστραβώνομαι επιβεβαιώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μην ξεγελιέσαι από το ευγενικό του χαμόγελο, οι προθέσεις του δεν είναι καλές.
- Αν δεν ξεγελιέμαι, αυτό το κτίριο ήταν παλιά σχολείο.
- Όταν τον πιάνει μελαγχολία, ξεγελιέται ακούγοντας μουσική ή κάνοντας βόλτες.
- Δυστυχώς ξεγελάστηκα και εμπιστεύτηκα έναν άνθρωπο που δεν άξιζε.