ξενύχτι
ουσιαστικό1. Παραμονή σε κατάσταση εγρήγορσης κατά τη διάρκεια της νύχτας, στέρηση του ύπνου λόγω μελέτης, εργασίας ή φροντίδας.
2. Νυχτερινή έξοδος και διασκέδαση που διαρκεί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
3. Παραμονή άγρυπνου πλάι σε βαριά άρρωστο ή σε νεκρό.
Συνώνυμα
αγρύπνια ξενύχτισμα ξαγρύπνημα νυχτέρι ολονυχτία νυχτοπερπάτημα νυκτεγερσία αγρυπνία ξαγρύπνια αϋπνία γλέντι κραιπάλη μπαρότσαρκα διασκέδαση νυχτερία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από τόσο ξενύχτι για τις εξετάσεις, δεν μπορούσε να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά.
- Τα σαββατοκύριακα της αρέσει το καλό φαγητό και το ξενύχτι με φίλους μέχρι το πρωί.
- Η εξάντληση από τα συνεχή ξενύχτια πάνω από το άρρωστο παιδί ήταν πλέον εμφανής.
- Χρειάστηκε πολύ ξενύχτι στο γραφείο για να παραδοθεί το έργο στην ώρα του.