ξερίζωμα
ουσιαστικό1. Η αφαίρεση φυτού από το έδαφος μαζί με τις ρίζες του.
2. Ο βίαιος ή αναγκαστικός εκπατρισμός ανθρώπων και η απομάκρυνση από την πατρίδα ή τις εστίες τους.
3. Η ολοκληρωτική εξάλειψη, πάταξη ή καταστροφή ενός φαινομένου, πάθους ή κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξερίζωμα των αιωνόβιων ελαιόδεντρων για τη διάνοιξη του δρόμου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Η Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε στο βίαιο ξερίζωμα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από τις πατρογονικές τους εστίες.
- Η εξυγίανση του συστήματος απαιτεί το οριστικό ξερίζωμα των φαινομένων διαφθοράς.
- Μετά το ξερίζωμα του φρονιμίτη, ο γιατρός τού συνέστησε ξεκούραση και παυσίπονα.