ξεσάλωμα
ουσιαστικό1. Έξαλλος και αχαλίνωτος εορτασμός ή διασκέδαση χωρίς όρια και αναστολές.
2. Πλήρης απώλεια μέτρου, ευπρέπειας ή αυτοσυγκράτησης· κατάσταση αποχαλίνωσης και ασυδοσίας.
3. Έντονη ψυχολογική ή σωματική εκτόνωση μέσω ανεξέλεγκτων ενεργειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από έναν εξαντλητικό μήνα εξετάσεων, το Σαββατοκύριακο προβλέπεται άγριο ξεσάλωμα.
- Οι ένοικοι της πολυκατοικίας κάλεσαν την αστυνομία εξαιτίας του ολονύχτιου ξεσαλώματος στο ισόγειο.
- Τις ημέρες του καρναβαλιού επικρατεί ένα άνευ προηγουμένου ξεσάλωμα σε όλη την πόλη.
- Οι καλοκαιρινές διακοπές στο νησί ήταν για την παρέα μια ευκαιρία για απόλυτο ξεσάλωμα.