ξόρκι

ουσιαστικό

1. Φράση ή ρήση που εκφωνείται ή ψιθυρίζεται με την πρόθεση να προκαλέσει υπερφυσικό αποτέλεσμα ή να επηρεάσει πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ξορκισμός ξεμάτιασμα εξαγνισμός ευλογία αντίδοτο θεραπεία

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μάγος είπε ένα παλιό ξόρκι και το φως γέμισε την αίθουσα.
  • Στο παιχνίδι, μπορείς να μάθεις κάθε ξόρκι για να νικήσεις τους εχθρούς.
  • Η ομιλία της είχε ένα ξόρκι που αιχμαλώτισε το κοινό.
  • Φοβόταν ότι κάποιος του είχε ρίξει ένα ξόρκι.
  • Η γιαγιά ψιθύρισε το ξόρκι για να καλέσει την τύχη.