οκ
άλλο1. Επιφώνημα ή λέξη που δηλώνει συμφωνία, συγκατάθεση, έγκριση ή αποδοχή.
2. Ως κατηγορούμενο ή επίρρημα, δηλώνει ότι κάτι είναι ικανοποιητικό, σε καλή κατάσταση, διευθετημένο ή χωρίς προβλήματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα συναντηθούμε τελικά στις επτά το απόγευμα, είσαι οκ με αυτό;
- Μην ανησυχείς για τη δουλειά, όλα είναι οκ.
- Του πρότεινα να πάμε για φαγητό και μου απάντησε απλά: «Οκ, έρχομαι».
- Χτύπησες στο πόδι σου; Είσαι οκ να περπατήσεις;