ορισμός
ουσιαστικό1. Σαφής και ακριβής διατύπωση του νοήματος μιας λέξης ή των ουσιωδών γνωρισμάτων μιας έννοιας.
2. Καθορισμός ή επακριβής προσδιορισμός χρονικών, τοπικών ή άλλων ορίων και όρων.
Συνώνυμα
καθορισμός προσδιορισμός ερμηνεία εξήγηση διορισμός εντολή διαταγή αποσαφήνιση διευκρίνιση οριοθέτηση τοποθέτηση θέσπιση πρόσταγμα επιταγή επιτομή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ποιος είναι ο ακριβής ορισμός αυτής της επιστημονικής έννοιας;
- Αναμένεται σύντομα ο ορισμός της ημερομηνίας διεξαγωγής των εξετάσεων.
- Η υπουργική απόφαση αφορούσε τον ορισμό νέου προέδρου στο διοικητικό συμβούλιο.
- Αυτή η πράξη ανιδιοτέλειας αποτελεί τον ορισμό της πραγματικής φιλίας.