ούτε

σύνδεσμος

1. Συμπλεκτικός αρνητικός σύνδεσμος που συνδέει ομοειδείς αρνητικούς όρους ή αρνητικές προτάσεις.

2. Εμφατικό αρνητικό μόριο ή επίρρημα με τη σημασία του «καν» ή «τουλάχιστον», για την ενίσχυση αποκλεισμού ή έλλειψης.

Συνώνυμα

μήτε ουδέ μηδέ καν καθόλου διόλου ουδόλως μηδόλως ουδαμώς ουδέποτε

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν θέλει ούτε να τον δει ούτε να τον ακούσει.
  • Δεν είχε στην τσέπη του ούτε ένα λεπτό.
  • Έφυγε βιαστικά και ούτε που μας χαιρέτησε.
  • Δεν εμπιστεύεται κανέναν, ούτε τον ίδιο του τον αδελφό.