πακετάκι
ουσιαστικό1. Μικρό δέμα ή συσκευασία περιεχομένου μικρού μεγέθους.
2. Σύνολο συναφών υπηρεσιών ή παροχών μικρής κλίμακας που προσφέρονται μαζί.
3. (Οικείο) Μικρό ή υπολογίσιμο χρηματικό ποσό.
Συνώνυμα
δεματάκι φακελάκι σακουλάκι κουτάκι πακέτο δέμα μπογαλάκι δεμάτιο συσκευασία κομποδεματάκι χαρτζιλίκι κομπόδεμα προσφορά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου έστειλε η γιαγιά ένα πακετάκι με σπιτικά γλυκά.
- Αγόρασε ένα πακετάκι τσίχλες από το περίπτερο της γειτονιάς.
- Έκλεισαν ένα συμφέρον πακετάκι διακοπών για το τριήμερο.
- Δούλεψε σκληρά όλη τη σεζόν κι έβγαλε ένα καλό πακετάκι.