παλμός
ουσιαστικό1. Ο ρυθμικός χτύπος των αρτηριών που προκαλείται από τη συστολή της καρδιάς.
2. Σύντομη περιοδική διαταραχή, κύμα ή ταλάντωση σε φυσικό ή ηλεκτρικό μέσο.
3. Έντονη ψυχική διάθεση, συγκίνηση, ζωντάνια ή ενθουσιασμός.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιατρός έβαλε τα δάχτυλά του στον καρπό του ασθενούς για να μετρήσει τον παλμό.
- Η συναυλία είχε απίστευτο παλμό και το κοινό δεν σταμάτησε λεπτό να τραγουδάει.
- Ο δημοσιογράφος ταξίδεψε στην επαρχία για να αφουγκραστεί τον παλμό της κοινωνίας πριν από τις εκλογές.
- Ένιωσε έναν δυνατό παλμό στο στήθος της από την ξαφνική συγκίνηση.