παραίσθηση
ουσιαστικό1. Εσφαλμένη ή παραποιημένη αντίληψη ενός υπαρκτού εξωτερικού αισθητηριακού ερεθίσματος ή ψευδής αίσθηση παρουσίας ερεθίσματος χωρίς πραγματική υπόσταση.
2. Λανθασμένη εκτίμηση της πραγματικότητας, απατηλή εντύπωση ή φρούδα σκέψη.
Συνώνυμα
ψευδαίσθηση φρεναπάτη οφθαλμαπάτη πλάνη αυταπάτη οπτασία αντικατοπτρισμός χίμαιρα φαντασίωση παραλήρημα παράκρουση ξεγέλασμα φάντασμα αποπλάνηση
Αντώνυμα
πραγματικότητα αλήθεια διαύγεια νηφαλιότητα συνειδητότητα αντικειμενικότητα λογική σωφροσύνη βεβαιότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υψηλός πυρετός τού προκάλεσε έντονες ακουστικές παραισθήσεις μέσα στη νύχτα.
- Η εικόνα της όασης καταμεσής της ερήμου δεν ήταν παρά μια οπτική παραίσθηση.
- Ζούσε με την παραίσθηση ότι όλοι οι συνεργάτες του συνωμοτούσαν εναντίον του.
- Η επίδραση του παραισθησιογόνου οδήγησε σε τρομακτικές παραισθήσεις που διήρκεσαν ώρες.