παρακαλώ

ρήμα

1. Απευθύνω παράκληση, ζητώ κάτι με ευγένεια, επιμονή ή ταπεινότητα.

2. Τύπος ευγένειας που συνοδεύει ένα αίτημα, ερώτηση ή πρόσκληση.

3. Ευγενική ανταπόδοση σε έκφραση ευχαριστίας.

Συνώνυμα

ικετεύω εκλιπαρώ θερμοπαρακαλώ αιτούμαι ζητώ δέομαι παρακαλιέμαι προσπέφτω εξορκίζω γονυπετώ προσεύχομαι λιτανεύω ορίστε

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σας παρακαλώ, μπορείτε να μου δώσετε λίγο χώρο να περάσω;
  • Τον παρακάλεσε γονατιστή να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία.
  • — Ευχαριστώ πάρα πολύ για τη βοήθεια! — Παρακαλώ, δεν κάνει τίποτα.
  • Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και είπε βιαστικά: «Ναι, παρακαλώ;»