παραμερίζω
ρήμα1. Μετακινώ κάτι ή κάποιον προς το πλάι, στην άκρη, για να ελευθερωθεί ο χώρος ή ένα πέρασμα.
2. Κάνω στην άκρη, απομακρύνομαι ο ίδιος για να διευκολύνω τη διέλευση.
3. Αφήνω κατά μέρος, αγνοώ ή παραβλέπω προσωρινά σκέψεις, συναισθήματα ή προβλήματα.
Συνώνυμα
παραγκωνίζω περιθωριοποιώ απομακρύνω εκτοπίζω παραβλέπω παρακάμπτω μετατοπίζω αγνοώ υποσκελίζω αποσύρω υποχωρώ τραβώ παραμελώ παραπετώ ξεχνώ
Αντώνυμα
αναδεικνύω προβάλλω προωθώ προτάσσω επικεντρώνω εστιάζω συμπεριλαμβάνω υπολογίζω πλησιάζω προσεγγίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Παραμέρισε την κουρτίνα για να μπει λίγο φυσικό φως στο δωμάτιο.
- Πρέπει να παραμερίσουμε τις προσωπικές μας διαφορές και να επικεντρωθούμε στη δουλειά.
- Ο οδηγός παραμέρισε το όχημά του στην άκρη του δρόμου για να περάσει το ασθενοφόρο.
- Νιώθει πικρία επειδή η διοίκηση της εταιρείας τον παραμέρισε στις τελευταίες προαγωγές.