παραπλανάω
ρήμα1. Οδηγώ κάποιον σε λάθος κατεύθυνση ή πορεία, αποπροσανατολίζω χωρικά.
2. Οδηγώ σε σφάλμα ή εσφαλμένη εκτίμηση, αποκρύπτοντας ή αλλοιώνοντας την αλήθεια.
Συνώνυμα
εξαπατώ ξεγελάω πλανώ φενακίζω αποπροσανατολίζω παρασύρω παραμυθιάζω κοροϊδεύω μπερδεύω διαστρεβλώνω συσκοτίζω παραστρατίζω θαμπώνω δουλεύω
Αντώνυμα
διαφωτίζω καθοδηγώ προσανατολίζω κατατοπίζω ενημερώνω πληροφορώ νουθετώ συμβουλεύω ξεστραβώνω προειδοποιώ
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπάθησε να παραπλανήσει τους αστυνομικούς δίνοντας ψευδή στοιχεία για το άλλοθί του.
- Οι υπερβολικές υποσχέσεις των διαφημίσεων συχνά παραπλανούν τους καταναλωτές.
- Μην αφήνεις την πρώτη εντύπωση να σε παραπλανά, τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.
- Η πυκνή ομίχλη και η έλλειψη φωτισμού παραπλάνησαν τον οδηγό, ο οποίος έχασε τη σωστή διασταύρωση.