παραστέκομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι κοντά σε κάποιον για να του προσφέρω ηθική, ψυχολογική ή υλική βοήθεια και στήριξη σε δύσκολες στιγμές.
2. Στέκομαι δίπλα σε κάποιον με φυσική παρουσία, συνήθως για να τον προσέχω, να τον φροντίζω ή ως συνοδός.
Συνώνυμα
συμπαραστέκομαι συντρέχω συνδράμω συμπαρίσταμαι βοηθώ βοηθάω στηρίζω υποστηρίζω συνεπικουρώ ενισχύω φροντίζω παρίσταμαι περιθάλπω επιβοηθώ προστρέχω παρηγορώ διακονώ προστατεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Του παραστάθηκε με όλη της την καρδιά σε όλες τις δύσκολες στιγμές της δοκιμασίας του.
- Ευχαριστώ θερμά όλους τους φίλους που μου παραστέκονται καθημερινά στον αγώνα μου.
- Η νοσοκόμα παραστεκόταν στο προσκέφαλο του ασθενούς όλη τη νύχτα.
- Σε τέτοιες κρίσιμες ώρες οφείλουμε να παραστεκόμαστε ο ένας στον άλλον.