παρεκτροπή
ουσιαστικό1. Απόκλιση από τους καθιερωμένους κανόνες ηθικής, κοινωνικής ή επαγγελματικής συμπεριφοράς· ανάρμοστη ενέργεια ή παράπτωμα.
2. Απομάκρυνση από την κανονική πορεία, κατεύθυνση ή από το κύριο θέμα.
Συνώνυμα
εκτροπή παρέκκλιση απόκλιση παράπτωμα παραστράτημα ολίσθημα εκτροχιασμός παρασπονδία λοξοδρόμηση ξεστράτισμα αταξία παράβαση αμάρτημα ακοσμία ακρότητα αυθαιρεσία απειθαρχία σφάλμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διοίκηση του οργανισμού ξεκαθάρισε ότι δεν θα ανεχτεί καμία παρεκτροπή από τον κώδικα δεοντολογίας.
- Οι επαναλαμβανόμενες παρεκτροπές του μαθητή κατά τη διάρκεια του μαθήματος οδήγησαν στην αποβολή του.
- Κατά τη διάρκεια της έντονης συνεδρίασης σημειώθηκε φραστική παρεκτροπή μεταξύ των βουλευτών.
- Η παραμικρή παρεκτροπή από την καθορισμένη πορεία του αεροσκάφους ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρό κίνδυνο.