παρκέ

ουσιαστικό

1. Εσωτερικό ξύλινο δάπεδο αποτελούμενο από συναρμολογημένες σανίδες ή μικρά ξύλινα πλακίδια τοποθετημένα σε διάφορα γεωμετρικά σχέδια.

Συνώνυμα

παρκέτο ξυλοδάπεδο ξυλοπάτωμα σανίδωμα πάτωμα δάπεδο τερέν γήπεδο κορτ αρένα στίβος επίστρωση τάπητας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να τρίψουμε και να λουστράρουμε το παρκέ στο σαλόνι γιατί έχει φθαρεί με τα χρόνια.
  • Ο έμπειρος γκαρντ αποθεώθηκε κατά την επιστροφή του στα παρκέ μετά τον σοβαρό τραυματισμό του.
  • Το νερό που έτρεχε από τη διαρροή φούσκωσε το παρκέ στην κρεβατοκάμαρα.
  • Οι δύο ομάδες πάλεψαν σκληρά μέσα στο παρκέ για να κατακτήσουν το πρωτάθλημα.