πιασάρικος

επίθετο

1. Αυτός που προσελκύει άμεσα την προσοχή, εντυπωσιάζει ή αποτυπώνεται εύκολα στη μνήμη.

2. Αυτός που έχει μεγάλη εμπορική απήχηση, προσελκύει το μαζικό κοινό και σημειώνει εύκολη επιτυχία.

Συνώνυμα

ελκυστικός σουξεδιάρικος ευκολομνημόνευτος τραβηχτικός εμπορικός ευπώλητος εντυπωσιακός μαγνητικός ευκολοάκουστος δημοφιλής πιαστικός ευκολοχώνευτος εύληπτος ενδιαφέρων συναρπαστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χρειαζόμαστε έναν πιο πιασάρικο τίτλο για το άρθρο, ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον των αναγνωστών.
  • Το νέο τραγούδι του συγκροτήματος έχει μια πολύ πιασάρικη μελωδία που σου κολλάει αμέσως.
  • Η διαφημιστική καμπάνια βασίστηκε σε ένα έξυπνο και πιασάρικο σλόγκαν.
  • Αν και το σενάριο δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπο, ήταν αρκετά πιασάρικο για να γεμίσει τους κινηματογράφους.