ράπισμα
ουσιαστικό1. Χτύπημα στο πρόσωπο με την ανοιχτή παλάμη.
2. (μεταφορικά) Βαρύ ηθικό πλήγμα, προσβολή, ταπείνωση ή αυστηρή αποδοκιμασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δέχτηκε ένα ηχηρό ράπισμα στο πρόσωπο και έμεινε αποσβολωμένος.
- Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτέλεσε βαρύ ράπισμα για τις φιλοδοξίες της παράταξης.
- Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν ένα ισχυρό ράπισμα στην ατιμωρησία.
- Θεώρησε την απόρριψη της πρότασής του ως προσωπικό ράπισμα.