ρευστοποίηση

ουσιαστικό

1. Μετατροπή χρεογράφων, κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων σε άμεσα διαθέσιμα χρηματικά ποσά (μετρητά).

2. Μετατροπή στερεού ή αέριου σώματος σε υγρή κατάσταση.

Συνώνυμα

εκποίηση υγροποίηση εξαργύρωση αποεπένδυση τήξη λιώσιμο πώληση ξεπούλημα διάθεση είσπραξη μεταπώληση διάλυση

Αντώνυμα

επένδυση στερεοποίηση πήξη τοποθέτηση δέσμευση αποθησαύριση πάγωμα κρυστάλλωση συσσώρευση αγορά

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μαζική ρευστοποίηση μετοχών από ξένους επενδυτές προκάλεσε απότομη πτώση στον γενικό δείκτη.
  • Η επιχείρηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε ρευστοποίηση μέρους του ενεργητικού της για να καλύψει τα ληξιπρόθεσμα χρέη.
  • Πολλοί προτίμησαν τη ρευστοποίηση των κερδών τους ενόψει της αναμενόμενης αβεβαιότητας στην αγορά.
  • Σε ακραίες συνθήκες πίεσης και χαμηλής θερμοκρασίας πραγματοποιείται η ρευστοποίηση του αερίου.