ρευστοποιώ
ρήμα1. Μετατρέπω περιουσιακά στοιχεία, αξιόγραφα, ομόλογα ή μετοχές σε άμεσα διαθέσιμα μετρητά χρήματα.
2. Μετατρέπω ένα στερεό ή αέριο σώμα σε υγρό.
3. (Μεταφορικά) Κλονίζω τη σταθερότητα ή οδηγώ σε αποσύνθεση μια παγιωμένη κατάσταση, συμμαχία ή δομή.
Συνώνυμα
εκποιώ εξαργυρώνω υγροποιώ εκκαθαρίζω λιώνω τήκω πουλώ αποεπενδύω διαλύω ξεπουλώ εισπράττω διαθέτω συμπυκνώνω αποσταθεροποιώ κλονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αποφάσισε να ρευστοποιήσει όλες τις μετοχές του για να αγοράσει καινούργιο σπίτι.
- Η επιχείρηση αναγκάστηκε να ρευστοποιήσει πάγια στοιχεία ώστε να αποπληρώσει τα χρέη της.
- Με τη χρήση υψηλής πίεσης κατάφεραν να ρευστοποιήσουν το αέριο στο εργαστήριο.
- Αν ρευστοποιήσουμε τα ομόλογα πριν από τη λήξη τους, οι απώλειες θα είναι μεγάλες.