σημαντικότερος

επίθετο

1. Αυτός που διαθέτει μεγαλύτερη ή τη μέγιστη σπουδαιότητα, βαρύτητα ή αξία σε σχέση με άλλους.

2. Αυτός που υπερέχει σε έκταση, μέγεθος, ποσότητα ή βαθμό επίδρασης.

Συνώνυμα

σπουδαιότερος κυριότερος βασικότερος ουσιαστικότερος βαρύτερος μείζων πρωταρχικότερος αξιολογότερος κρισιμότερος πρωτεύων καίριος επιφανέστερος διαπρεπέστερος κυρίαρχος

Αντώνυμα

ασημαντότερος επουσιωδέστερος δευτερεύων μηδαμινότερος ελάσσων ευτελέστερος τιποτένιος παράπλευρος περιθωριακότερος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η επιχείρηση είναι η έλλειψη ρευστότητας.
  • Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα.
  • Η εκπαίδευση είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας για την πρόοδο μιας κοινωνίας.
  • Αφήσαμε τα σημαντικότερα θέματα της ημερήσιας διάταξης για το τέλος της συνεδρίασης.