σκέπτομαι
ρήμα1. Δημιουργώ, επεξεργάζομαι ή οργανώνω ιδέες, εικόνες και πληροφορίες στο νου.
2. Εξετάζω ή αναλογίζομαι ένα θέμα, σταθμίζω επιλογές, επιχειρήματα ή συνέπειες.
3. Σχεδιάζω ή προτίθεμαι να κάνω κάτι σε μελλοντικό χρόνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα σκέπτομαι να αλλάξω δουλειά.
- Κάθε βράδυ σκέπτομαι για το νόημα της ζωής.
- Κάθε μέρα σκέπτομαι τον παππού μου με νοσταλγία.
- Πριν αποφασίσω, σκέπτομαι όλους τους παράγοντες.
- Μερικές φορές σκέπτομαι πως μπορεί να κάνω λάθος.