σκανταλιά

ουσιαστικό

1. Μικρή και συνήθως ανώδυνη αταξία ή πονηριά, κυρίως από παιδί.

2. Πείραγμα, φάρσα ή ζαβολιά.

3. Απερίσκεπτη ή ανάρμοστη πράξη, μικρό παράπτωμα.

Συνώνυμα

αταξία κουτσουκέλα κατεργαριά ζαβολιά παγαποντιά φάρσα ζημιά λαδιά παρασπονδία πονηριά πείραγμα παράπτωμα απερισκεψία στραβοπατησιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μικρός έκανε πάλι σκανταλιά και έσπασε το βάζο στο σαλόνι.
  • Θυμάμαι με νοσταλγία τις σκανταλιές που σκαρώναμε στα μαθητικά μας χρόνια.
  • Το πονηρό του βλέμμα πρόδιδε ότι σχεδίαζε κάποια καινούργια σκανταλιά.
  • Μην του κρατάς κακία, μια αθώα σκανταλιά ήταν και τίποτα παραπάνω.