συζήτηση
ουσιαστικό1. Ανταλλαγή απόψεων, ιδεών ή πληροφοριών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων με σκοπό την ενημέρωση, την κατανόηση ή τη λήψη απόφασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συζήτηση στο σχολείο αφορούσε την κλιματική αλλαγή.
- Άνοιξε μια συζήτηση για τις νέες εργασιακές πολιτικές.
- Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο προέκυψαν νέα στοιχεία.
- Στη συζήτηση μεταξύ μας αποφασίσαμε να αλλάξουμε το πρόγραμμα.
- Στο διαδίκτυο η συζήτηση για το θέμα συνεχίζεται ασταμάτητα.