συμπερίληψη
ουσιαστικό1. Ενσωμάτωση, ένταξη ή καταχώριση προσώπου, πράγματος ή στοιχείου μέσα σε ένα ευρύτερο σύνολο, κατηγορία ή πλαίσιο.
Συνώνυμα
ένταξη ενσωμάτωση περίληψη συνυπολογισμός αποδοχή αφομοίωση προσθήκη εισαγωγή εμπλοκή συμμετοχή εγκόλπωση καταχώριση προσάρτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπερίληψη των παιδιών με αναπηρία στην εκπαιδευτική διαδικασία αποτελεί βασική προτεραιότητα του σχολείου.
- Ζήτησε τη συμπερίληψη όλων των πρόσθετων εξόδων στον τελικό προϋπολογισμό του έργου.
- Η εταιρεία εφαρμόζει πολιτικές που ενισχύουν τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη στον εργασιακό χώρο.
- Η συμπερίληψη του ονόματός της στη λίστα των βραβευθέντων ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για όλους.